Τρίτη, Μαρτίου 20, 2012

Κατερίνα Μόντη, "Η κατάθεση"

 

Κυκλοφορησε από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ το πρώτο μυθιστόρημα της Κατερίνας Μόντη με τίτλο  “Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ”.

 


Η Κατερίνα Μόντη γεννήθηκε στα Γιαννιτσά το 1962. Σπούδασε Ιατρική στη Θεσσαλονίκη και πήρε στη συνέχεια την Παιδιατρική ειδικότητα, που από το 1999 την ασκεί ως γιατρός του ΕΣΥ. Το βιβλίο Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

 

Κατερίνα Μόντη, Εκδόσεις: Ένεκεν 2011, Σελ:260, Τιμή:12,00€Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα με βασικούς πρωταγωνιστές δύο Μακεδόνες, άγνωστους μεταξύ τους, οι οποίοι εργάζονται σε Δημόσιες Υπηρεσίες του Ελληνικού κράτους και, για υπηρεσιακούς λόγους, βρέθηκαν αντιμέτωποι: Την γιατρό Δέσποινα Ντήμα αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων και τον αστυνομικό της αντιτρομοκρατικής Σωτήρη Παπακόιτση.

Παρά τις διαφορές τους, στο τέλος οι δυο πρωταγωνιστές, ανακαλύπτουν το κοινό σημείο που τους ενώνει: τη μακεδονικότητά τους την οποία κάθε φορά που εκδήλωναν δημόσια ή ιδιωτικά -ο καθένας στον δικό του χώρο- βρέθηκαν σε σύγκρουση με το φιλικό, πολιτικό, εργασιακό ακόμη και με το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Βεβαίως, το βιβλίο δεν ασχολείται μόνο με τους Μακεδόνες και την θέση τους στην ελληνική κοινωνία. Συζητάει για την αριστερά, τις γυναίκες, τον εθνικισμό, την οικονομική κρίση, το Δ.Ν.Τ. σε μια Ελλάδα που, θέλοντας και μή, αλλάζει…


Περιληπτικά η υπόθεση του βιβλίου:
«Τον Ιανουάριο του 2010, δύο αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής επισκέπτονται στο σπίτι της στην Ικαρία μια γυναίκα, για να της πάρουν κατάθεση.

Τι έχουν εναντίον της; Τι τους κρύβει εκείνη; Πώς θα καταλήξει η αναμέτρησή τους να ανασκαλίσει απωθημένα μέχρι και της Μακεδονικής Ιστορίας;

Η ανακρινόμενη θα αποφασίσει να γράψει τελικά τη δική της πλέον κατάθεση, όπου αφηγείται και συζητάει για την αριστερά, τις γυναίκες, τον εθνικισμό, τις μειονότητες. Για τις προσωπικές και κοινωνικές μας περιπέτειες και ουτοπίες, σε μια κρίσιμη εποχή για την Ελλάδα και τον κόσμο...»



Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο “Η Κατάθεση”: 

Ο —κατά Ντήμα «μεγάλος»—Σωτήρης Παπακόιτσης, αστυνόμος Α΄ της Υπηρεσίας κατά του Ειδικού Εγκλήματος, είχε γεννηθεί πριν 54 χρόνια σε ένα χωριό της Αλμωπίας, γνωστής και ως Καρατζόβα, που κάποτε επίσης έφερε το όνομα Μογλενά —εξελληνισμένη μάλλον εκδοχή του σλαβικού Μ(ι)έγλιν5.

Το 1967 ο Σωτήρης, ενώ βρισκόταν στην τελευταία τάξη του δημοτικού, επιλέχθηκε μαζί με άλλους αριστούχους να φοιτήσει στο εξατάξιο τότε γυμνάσιο σ’ ένα οικοτροφείο στη Νεάπολη της Κρήτης. Γι’ αυτόν ήταν μια τιμητική διάκριση, και για τους φτωχούς αγρότες γονείς του οικονομική ανακούφιση και μια ευκαιρία για το αγόρι τους να ξεκόψει από τον κόσμο του χωριού. Γιατί τα χωριά της περιοχής του ήταν μέχρι τότε επιτηρούμενη ζώνη με στρατιωτική φρουρά, και οι κάτοικοί της τουλάχιστον δεύτερης κατηγορίας, κάτι που θα είχε στο μέλλον την ευκαιρία να κατανοήσει καλύτερα. Τότε όμως ήταν ακόμη μικρός για να καταλάβει: ότι το κριτήριο της επιλογής του ίδιου και των άλλων μαθητών δεν ήταν ένα άδολο αριστείο, αλλά ένα ακόμη μέτρο πολιτιστικής εθνοκάθαρσης, με άμεσο στόχο την —συν τοις άλλοις—εξαφάνιση του «Μακεδονικού γλωσσικού ιδιώματος».

Στο οικοτροφείο τους, Βασιλικό Ίδρυμα από τα χρόνια του Εμφύλιου, υπηρετούσαν φιλάνθρωπες κυρίες επί των τιμών, σχεδόν όμως αμέσως με την άφιξη της δικιάς του φουρνιάς, και μετά από το βασιλικό πραξικόπημα του ’68, η Χούντα ανέθεσε τη διεύθυνση σε αξιωματικό του στρατού. Ήταν σαν να φοιτούσαν σε μια μίνι Σχολή Ευελπίδων. Αυστηρή ιεραρχία και πειθαρχία, και συνεχή χουντικά κηρύγματα, στα οποία ως μικρά παιδιά, ξεκομμένα από το κοινωνικό τους περιβάλλον, έβλεπαν την αναβάθμισή τους σε κάποιου είδους ελίτ, αυτήν που έκανε και τον Σωτήρη στις καλοκαιρινές διακοπές να σνομπάρει καμιά φορά τους φίλους που έβρισκε στο χωριό να μιλούν ακόμη τα «ντόπια» ή να διατηρούν τη χαρακτηριστική προφορά τους.

Η δική τους τάξη ήταν και η τελευταία αυτού του θεσμού, και το απολυτήριό τους συνέπεσε με τη μεταπολίτευση. Αριστούχοι όλοι, μοιράστηκαν σε διάφορες σχολές και πανεπιστήμια. Ο Γρηγόρης, ο καστοριανός συγκάτοικός του, διάλεξε τον στρατό, ενώ ο ίδιος την αστυνομία, σαν μια οικονομικότερη λύση για την οικογένειά του αλλά και σαν εκπλήρωση της μεγάλης του προσήλωσης στην τιμωρία των κακών που είχε από παιδί.

«Πού θα πας, μπρε σίνκοο6» είχε αναστενάξει ο πατέρας του —μ’ εκείνο το σφυριχτό «σ» μέσα από τα λιγοστά του δόντια— όταν άκουσε την απόφασή του. «Εμάς, μπρε, δεν μας βάζουν πουθενά σε τέτοια πόστα, είδες εσύ κανέναν ντόπιο χωροφύλακα μέχρι τώρα; Είδες δόκιμο, στρατιωτικό, βουλευτή, δάσκαλο; Μοναχάς αν είναι ντιπ μαύροι, που κι αυτοί πάλε λειψή αξία έχουν μπροστά στο κράτος. Τι είχε τραβήξει κάποτε ένας δικός μας δήμαρχος, μπορεί να ήταν παραλής και να είχε δύναμη, να μην τον μαζέψανε ποτέ στην αστυνομία γιατί ήταν της καταστάσεως, αλλά υποστήριξη από το κράτος δεν πήρε ποτές».

Ο Σωτήρης όμως επέμενε, έτσι κι αλλιώς είχε τα σχέδιά του και για ανώτερες σπουδές, να τις κάνει υπηρετώντας στο Σώμα, να μην τον ταΐζει ο πατέρας, στον οποίο τότε εξήγησε ότι ο ίδιος έβλεπε αλλιώς τα πράγματα και ότι κάποτε όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν.

«Μακάρι, ντέτε7, μακάρι για όλον τον κόσμο να τελειώσουν, άλλο ρετσινόλαδο να μην πιει ποτέ κανείς, κι εσύ, αν γίνεις αστυνομία, ποτέ να μην κάνεις σε άνθρωπο αυτά που έκαναν σε μας».

Ήταν μια ευκαιρία για τον πατέρα του, τον μπάρμπα-Τράiκο, να του αφηγηθεί πράγματα που παλιότερα απέφευγε. Όσο ο γιoς ήταν ακόμη στο δημοτικό, δεν του μιλούσε, μήπως του ξεφύγει τίποτα μπροστά στους δασκάλους και τον τιμωρήσουν ή τον στιγματίσουν.

Μετά στο οικοτροφείο, τον άφηνε ήσυχο να γίνει κάτι καινούριο, να αλλάξει μοίρα. Ήταν όμως η ώρα να του παραδώσει τουλάχιστον τις μνήμες του, να είναι καινούριος αλλά να ξέρει, γι’ αυτό κι εκείνη τη μέρα του μίλησε ως άρμοζε σε ενήλικα και του είπε πολλά. Για την αφομοίωσή τους —με καλό και με άγριο— από το ελληνικό κράτος που τους αντιμετώπιζε σαν φοβερή απειλή, παραβιάζοντας διάφορες διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες που υπέγραφε κατά καιρούς. Για την απαγόρευση της γλώσσας, των τραγουδιών, των εθίμων τους, για το ξύλο και το ρετσινόλαδο, τον χαφιεδισμό και την τρομοκρατία, τις διαλύσεις ολόκληρων χωριών και οικογενειών, για συγγενείς τους που είχαν καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, άλλους που ανάποδα είχαν βρεθεί στην Ελλάδα εγκαταλείποντας σπίτια και περιουσίες στην άλλη πλευρά, για, για...

Έλεγε και δεν τέλειωνε. Με το κεφάλι βαρύ στα χέρια του, που τα πέρναγε συνέχεια πάνω από τα λιγοστά μαλλιά του, του είπε για τον φόβο, τη σιωπή, τον αποκλεισμό και την κατωτερότητα. Την ντροπή να απαρνιέσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, που αν δεν τον απαρνηθείς, πάλι με ντρόπιασμα θα το πληρώσεις.

«Εεε! ζα στραμότα8... Να μας έβλεπες, μπρε, πώς ορκιζόμασταν. Όλο το χωριό μας μάζεψαν στην εκκλησία να δώσουμε όρκο όλοι μαζί ότι δεν θα μιλάμε τη γλώσσα μας, γιατί το Ευαγγέλιο λέει είναι ελληνικό.. Κατάλαβες; και τον Θεό όπως τους ταίριαζε. Φαντάσου και να ήταν ο Χριστός Έλληνας... Γκόσπουντι ντα μι πρόστι.9 Μέχρι και τους σταυρούς των πεθαμένων ξηλώνανε αν δεν είχαν ονόματα ελληνικά.

Το άρθρο είναι απο το φύλλο της εφημερίδας "Μακεδονία" της 7/7/1959 σελ 5. Μπορείτε να κλικάρετε πάνω στην εικόνα για να το διαβάσετε σε καλύτερη ανάλυση.

»Δεν στα λέω αυτά για να σε βάλω μίσος, αλλά για να μάθεις! Ένα σωρό αθρώποι ήμασταν έναν καιρό: λογής λογής ράτσες, ο καθένας με τα δικά του: Βλάχοι, Τσιγγάνοι, Αρμένηδες, Εβραίοι. Αυτοί πάλε; Παντού τους βλέπαμε, η Σαλονίκη γεμάτη, αλλά ούτε καταλάβαμε για πότε φόρεσαν εκείνο το αστέρι στο μανίκι, για πότε χαθήκανε μετά απ’ τον κόσμο. Πώς μπρε καμμιά φορά ο άνθρωπος το βλέπει το κακό να ’ρχεται και σα να μην το πιστεύει; Απ’ τις δικές τους τις λίρες, πόσοι γίνανε πλούσιοι σε μια νύχτα.... Ένα σωρό, σε λέω, ράτσες, όπου κι αν τραβούσαν τη γραμμή, καθαρό κράτος δεν έβγαινε, για κανέναν. Κι εδώ σε μας, ακόμη και μετά την πρώτη μοιρασιά, χίλιες γλώσσες! Κι οι Ρουμανόβλαχοι άλλα μιλούσαν, και οι Αρβανίτες άλλα, και οι πρόσφυγες αργότερα με ένα σωρό γλώσσες μας ήρθαν, μέχρι και καθαρά τούρκικα. Κι αυτοί τραβήξανε μεγάλες στενοχώριες, αμά το κράτος δεν τους κυνήγησε. Ίσα ίσα, απ’ αυτούς βρίσκανε κάτι σερσέμηδες για μαντρόσκυλα να κυνηγάν εμάς, ότι εκείνοι ήταν οι σωστοί Έλληνες κι εμείς οι, οι... ποιοι, μπρε; Ούτε όνομα δεν έβρισκαν να μας δώσουν, τι ήμασταν, τι να μας κάνανε. Μια Έλληνες μας έλεγαν, μια Μακεδόνες, μια Βουργάρους, ό,τι ταίριαζε στην κατάσταση. Κι εμείς πάλε, μαλλιά κουβάρια!

Αδέλφια με ίδιο αίμα, ο ένας να λέει Βουλγαρία, ο άλλος Σερβία, ο άλλος Ελλάδα, πιο πολύ από φόβο, πού να σώσουμε την γκλάβα10 μας. Χώρια και πόσοι τραβήξανε μέχρι Αυστραλία και Αμερική...

»Άμα όσες γκλάβες σωθήκανε εδώ, σίνκο ’μ, έπρεπε και να αλλάξουν! Δεν έφτανε τα χωριά που τα αλλάξανε όλα όνομα, έπρεπε και του καθενός το όνομα να σβηστεί. Ό,τι ήθελαν μας βάφτιζαν ξανά μονάχοι τους, καθόταν ένας καλαμαράς στην καρέκλα και αποφάσιζε, να- ζέβα11 όνομα, να-ζέβα επίθετο! Μερικοί είχανε και λίγο σέβαση και μας άλλαζαν μόνο τα τελευταία γράμματα, άλλοι πάλε ό,τι τους κάπνιζε. Θα με πεις, και να μη μας τα άλλαζαν οι γραφιάδες κι οι παππάδες, τ’ αλλάζαμε από μόνοι μας, πού θα μας άφηναν να πάμε με τα παλιά; Πατριές12 ολόκληρες χαθήκανε στα χαρτιά. Τα κτήματα και τα χωράφια, ποιο όνομα ήταν πριν και ποιο μετά; Μετά τον πόλεμο έκαναν και... πώς το λέγανε... δήμευση. Παίρνανε τις περιουσίες απ’ όποιον έφευγε και τις μοίραζαν στους εθνικόφρονες. Ό,τι είχε γράψει ο παππούς σου στον αδελφό μου, χάθηκε όταν έφυγε για Μπίτολα. Κι αυτός χάθηκε μαζί, ούτε κερί ν’ ανάψει δεν μπορεί να έρθει, δεν τον αναγνωρίζει η πατρίδα του, δεν υπάρχει. Και σιγά τα χωράφια να με πεις, γκουλέμα ραμπότα13, όποτε μοίραζαν κλήρο, όλα στους άλλους, σε μας ντιπ, νίστο14, με το ζόρι κανένα μπαξεδάκι, εκτός αν είχες μεγάλο μέσον. Στον κάμπο πάλι κάτω στα Γιαννιτσά; Που έκαναν τον βάλτο χωράφια; Τα ίδια και χειρότερα.

»Αχ, μάικω15 μάρε μάικω... Σαν ζαλισμένοι ήμασταν, κυνηγημένοι μες στα ίδια μας τα σπίτια. Νε16 όνομα, νε μιλιά. Άμα θυμώναμε ήμασταν Βουργάρικα σκυλιά, άμα ζαρώναμε ήμασταν ζαματένοι.17 Τι να πω; Ας μας είχαν για καθυστερημένους κι ας μας άφηναν στην ησυχία μας. Εμείς μπρε, ήμασταν ήσυχοι, τη δικιά μας ζωή μόνο θέλαμε. Θυμάσαι εκείνο το τραγούδι που τραγουδούσε ο παππούς σου όταν έπινε κανένα ουζάκι, κι εγώ τον μάλωνα; Νε σάκαμε μπογκάτσφο, νε σάκαμε παρί, σαμ σάκαμε σλομπόντα, σλομπόντα ντα ζηβέιμε. Εϊ, τσαρβένα Ματσεντόνια18.

Εκείνος ο καημένος είχε τραβήξει πιο πολλά. Αχ, γιαζ(ι)κ19! Γιαζ(ι)κ, μπρε, να μην ξέρω γράμματα, να καταλάβω ιστορία, γιατί έγιναν όλ’ αυτά. Γιατί εγώ στον γάμο μου δεν μπόρεσα να τραγουδήσω και να χορέψω όπως ήθελα, μόνο ό,τι επιτρεπόταν, λες και ήμασταν σχολική γιορτή. Μέχρι το ξημέρωμα μας παραφυλούσαν οι χωροφυλάκοι μαζί με κάτι δικά μας καρφιά, σάματι δεν είχαμε και τέτοιους; Ένα σωρό. Πρώτοι πρώτοι αυτοί μας έπαιρναν στον λαιμό τους. Πρά- ματα και θάματα σε λέω! Αλλά θα με πεις αφήνουν να γράψει κανείς αυτήν την ιστορία; Όλοι θέλουν να ξεχαστεί.

»Ας, ας, νε μπουράβα20, ας ξεχαστεί αν είναι για καλό, όπως τώρα για σένα. Μακάρι να σ’ αφήσουν να προκόψεις στην αστυνομία, και να γίνεις σωστός, όχι σαν αυτούς που πέρασαν από μας. Σαν εκείνο τον ενωμοτάρχη, σαμοβίλα21 τον λέγαμε, ξεφύτρωνε μπροστά σου από ’κει που δεν το περίμενες. Πες θάλασσα ρε βόδι, μας δοκίμαζε, ήξερε για πού δεν μπορούσαμε, τάλλασα λέγαμε, κι εκεί να δεις ξύλο. Κλωτσιές, καρπαζιές, γελούσε κι από πάνω ο κερατάς, τον αδελφό της μάνας σου μαύρο τον είχε κάνει μια φορά επειδής τον αντιμίλησε. Μέχρι και στο βουνό που μαζεύαμε ξύλα, πίσω απ’ τα πουρνάρια πεταγόνταν οι αγροφύλακες και μας έπιαναν που μιλούσαμε. Εμ, δεν θα μιλούσαμε; Σκάζαμε μπρε να μιλήσουμε, παίρναμε τα βουνά να πούμε με την ησυχία μας δυο λόγια. Άμα σε πάρουν τη γλώσσα σου, ούτε να σκεφτείς από μέσα σου δεν μπορείς. Με το κεφάλι πληρώνονταν, ακούς, ογδόντα χρονών γέρους τους τραβούσαν στη φυλακή για να πάρουν ποσοστά! Ντούσιτσκι22, τι να μάθουνε μπρε τα γεροντάκια;

»Μαθαίνονται έτσι οι γλώσσες; Να σε πω τώρα και ένα αστείο. Είναι ένας λεβέντης Πόντιος, που λες, κάθε βδομάδα στο παζάρι πουλάει λεμόνια. Αρεζόμαστε, και πάντα θα πούμε δυο κουβέντες, κι από τότες που λες, που με άκουσε μια φορά να λέω μ(ί)σκο πράζνικ23, έναν καιρό έτσι λέγαμε που ήταν ζωοπάζαρο και μαζεύονταν άντρες, όλο με ζητούσε να το λέω. Τις προάλλες ήταν που τον είδα πάλι, Τράγιο, με λέει, πες το πάλι! Τόσα χρόνια με το λες, δεν μπορώ να το μάθω, δεν μπορώ! Τότες μπρε κερατά, ε, μ’ έσκασε και με ξέφυγε, τότες μπρε κερατά, να σε δώσω λίγο ρετσινόλαδο να μην ξέρεις πώς να μαζέψεις τα βρακιά σου, να το μάθεις; Εσύ δεν μαθαίνεις τόσα χρόνια μια λέξη, εμείς πώς να μαθαίναμε μπρε ολόκληρη γλώσσα; Δεν μ’ έφταιγε αυτός, αλλά μ’ έπιασε το παράπονο, ξέσπασα και για το σόι του που ήταν έναν καιρό πολύ εθνικόφρονες.

»Αμ’ οι εξορίες; Με τον Μεταξά; με το αντάρτικο; Ή για κομμουνιστή θα σε έπιαναν, ή για Βούλγαρο. Και Εαμοβούλγαρος τα δυο μαζί, δεν σε γλίτωνε τίποτας.Τέτοιες αστυνομίες γνωρίσαμε εμείς, σίνκο, και δασκάλους και πολιτικούς. Εμείς ήμασταν πάντα απέναντι, δε βάζανε ποτέ δικούς μας σε τέτοιες θέσεις. Τώρα εσύ τι να πω, με την ευχή μου. Να φυλάγεσαι όμως, να μη δίνεις δικαίωμα. Γιατί χωρίς άνθρωπο στα πράγματα να σε προστατέψει, ξέρεις πώς γίνονται όλα στην Ελλάδα».

Ο Τραϊανός Παπακόιτσης ανησυχούσε διπλά, όντας διπλά κι αυτός απροστάτευτος παρίας του ελληνικού κράτους. Σλαβόφωνος Μακεδόνας από τη μια, αλλά και ψηφοφόρος του νεοσυσταθέντος τότε σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, ούτε στον ύπνο του δεν μπορούσε να ονειρευτεί θέση στον κρατικό μηχανισμό για τα παιδιά του. Η μεγαλύτερη φιλοδοξία του για τον Σωτήρη έφτανε μέχρι μια δική του, καλή δουλειά μετά τις σπουδές.

 

Η συνέχεια στο βιβλίο….



5. Ομίχλη, ομιχλώδης περιοχή.
6. Γιε μου, παιδί μου.
7. Παιδί (μου).
8. «Για ντροπή», τι ντροπή.
9. Κύριέ μου σχώρα με.
10. Κεφάλι.
11. Πάρε.
12. Πατριαρχικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης των γηγενών Μακεδόνων (ζάρουντγκα).
13. Mεγάλη δουλειά (ειρωνικά).
14. Τίποτα.
15. Μανούλα.
16. Ούτε.
17. Xαζοί, άμυαλοι.
18. «Δεν θέλουμε Βουλγαρία, δεν θέλουμε λεφτά, μόνο θέλουμε ελευθερία, ελευθερία για να
ζούμε. Ε, Κόκκινη Μακεδονία».
19. Kρίμα.
20. Δεν πειράζει.
21. Φάντασμα, στοιχειό.
22. Ψυχούλες.
23. Aνδρική γιορτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου