МАКЕДОНСКИОТ ЈАЗИК И НЕГОВОТО НЕГИРАЊЕ ОД СТРАНА НА ГРЧКИОТ НАЦИОНАЛИЗАМ
Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ
Το ζήτημα της ιδιαιτερότητας της μακεδόνικης γλώσσας αποτελεί καθημερινό θέμα “επιστημονικής” και πολιτικής συζήτησης στα βαλκανικά κράτη. Η χρήση ξεπερασμένης και ακατάλληλης ορολογίας αποτελεί συχνή πρακτική, με σκοπό η γλώσσα να αποκλειστεί ως τέτοια, παρόλη την κωδικοποίησή της, με την οποία αναδείχθηκε εθνική γλώσσα του μακεδόνικου έθνους. Η κωδικοποίηση αποτελεί αποδοχή και συστηματοποίηση των γλωσσικών κανόνων και νόμων και προδιαγραφή της υποχρεωτικής γλωσσικής μορφής.
Οι πλέον χρησιμοποιούμενες ορολογίες για την ονομασία της, συνδεδεμένες με εθνικούς και πολιτικούς σκοπούς της εθνικής ιδεολογίας των γειτονικών εθνών - κρατών είναι: “διάλεκτος”, “ιδίωμα” ή κάποια “μίξη διαφόρων γλωσσών”. Τέτοιες προκατελειμένες επιβολές έχουν σκοπό την αναίρεση της εθνικής μακεδονικής ταυτότητας, στην οποία η γλώσσα κατέχει σημαντική θέση ως κριτήριο της διαμόρφωσής του.
Έτσι σήμερα, όπως και στο παρελθόν, η ελληνική διανοούμενη και πολιτική ελίτ, αρνείται την αναγνώριση της μακεδόνικης γλώσσας, ισχυριζόμενη ότι αυτή είναι “μόνο διάλεκτος” ή “ιδίωμα” της βουλγάρικης γλώσσας (μερικές φορές της σέρβικης, μέχρι και της ελληνικής), με έλλειψη “συντακτικής” και “γραμματικής». Ο πολιτικός Στέλιος Παπαθεμελής, με τις “αποδείξεις” του, προχωρά ένα βήμα παραπάνω. Ισχυρίζεται ότι η μακεδόνικη γλώσσα είναι στην ουσία ελληνική!!
Ο πλέον όμως χρησιμοποιούμενος ορισμός από πλευράς μεγάλου αριθμού Ελλήνων “ειδικών”, είναι ότι η μακεδόνικη γλώσσα αποτελεί “κομουνιστική κατασκευή”, πολιτικό “χειρισμό”, με σκοπό αλυτρωτικό. Σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνονται υπόψιν οι πραγματικές ιστορικές-γλωσσικές φάσεις της δημιουργίας της μακεδόνικης γλώσσας. Αυτό δεν βολεύει καθόλου τους πολιτικο-εθνικιστικούς στόχους.
Σε κάθε περίπτωση, αναμφισβήτητα η γλώσσα είναι ζωντανό υλικό, ευπαθές σε διάφορες τροποποιήσεις κατα τη διάρκεια του ιστορικού χρόνου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τη μακεδόνικη γλώσσα, όπως και για όλες τις βαλκανικές γλώσσες.
Στην κατεύθυνση αυτή, ξεκινώντας από το γεγονός ότι το ελληνικό έθνος βασίστηκε κυρίως στη θρησκεία και τη γλώσσα και στην τάση του ελληνικού εθνικισμού για μέγιστη εθνική ομογενοποίηση, η ελληνική γλώσσα κατα την ροή της ιστορίας πέρασε από διάφορες φάσεις ανάπτυξης και πριν τη διαμόρφωσή του και κατα την περίοδο που η ίδια έγινε εθνική γλώσσα του ελληνικού κράτους. Ο γλωσσικός σχεδιασμός ήταν φαινόμενο σε όλα τα βαλκανικά κράτη και το ίδιο συνέβει και στην Ελλάδα. Έτσι, ορισμοί όπως “τεχνητό έργο” ή “κατασκεύασμα” δεν ισχύουν, ή ισχύουν για όλες τις γλώσσες του “πολιτισμένου” κόσμου.
Η ορολογία της επίσημης ονομασίας των εθνικά Μακεδόνων και της μακεδόνικης γλώσσας από πλευράς του ελληνικού κράτους και των προπαγανδιστικών ινστιτούτων του στη Μακεδονία στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, πάνω απ’όλα εξαρτώταν από το τότε πολιτικο-προπαγανδιστικό περιβάλλον και τις συγκρούσεις με άλλα κράτη διεκδικητές των εδαφών και του πληθυσμού της Μακεδονίας.
Στην οικοδόμηση της εθνικής συνείδησης μεταξύ του μη ελληνόφωνου πληθυσμού της Μακεδονίας, οι ελληνικές προπαγανδιστικές οργανώσεις βασίζονταν κυρίως στο ανήκειν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Επίσης, η «καταγωγή» και η «συνείδηση», έγιναν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες “απόδειξης” της ελληνικής καταγωγής του μακεδόνικου πληθυσμού και μαζί με την Ορθοδοξία έδωσαν τη δυνατότητα να ελαχιστοποιηθεί ο ρόλος της γλώσσας ως κριτήριο προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας. Αυτό οφειλόταν κυρίως στην λανθασμένη εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί που χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα στη λειτουργεία, ανεξάρτητα από τη μητρική τους γλώσσα, θεωρούνταν αυτόματα τμήμα του “ελληνισμού” (Κωφός, 1977:380).
Αυτή όμως η κατηγοριοποίηση άλλαξε σε μεγάλο βαθμό μετά την ίδρυση της βουλγάρικης Εξαρχείας (1870), όταν σε ορισμένες περιοχές της Μακεδονίας, η ελληνική γλώσσα δεν αποτελούσε την κύρια γλώσσα στην εκκλησιαστική λειτουργία και οι δύο εθνικές ιδεολογίες, ιδιαίτερα μετά την σύσταση του Βασιλείου της Βουλγαρίας (1878), τέθηκαν σε άμεση αντιπαράθεση. Λόγω αυτού, η ελληνική εθνική ιδεολογία άρχισε να χάνει την σημασία της σε ότι αφορά τον προσδιορισμό της ελληνικής εθνικής ταυτότητας στη Μακεδονία. Η επίσημη Αθήνα ισχυριζόταν ότι αυτοί που παρέμειναν υπο την σκέπη του Πατριαρχείου ήταν οι “αληθινοί Έλληνες”, αν και όχι γλωσσικά, τότε σύμφωνα με την “καταγωγή” τους και το εθνικό αίσθημα (Livanios, 2006:60, 66).
Η ελαχιστοποίηση της σημασίας της γλώσσας στη διαμόρφωση και τον ορισμό της πλειοψηφίας του χριστιανικού πληθυσμόυ της Μακεδονίας, ώθησε την επίσημη Αθήνα, όλη εκείνη την περίοδο να χρησιμοποιεί διάφορα ονόματα για τη μακεδόνικη γλώσσα. Όσες περιοχές της Μακεδονίας ανήκαν πλέον στην Εξαρχεία, για το ελληνικό κράτος ο μακεδόνικος πληθυσμός μετατράπηκε πλέον σε βουλγάρικο (λίγο διάστημα πριν παρουσιαζόταν ως «καθαρά ελληνικός») ή βουλγαρόφωνο και η γλώσσα σε βουλγάρικη (Κωστόπουλος, 2000:41). Από την άλλη πλευρά, οι Μακεδόνες πατριαρχικοί χαρακτηρίζονταν ως «Σλάβοι», «Σλαβόφωνοι», «Σλαβομακεδόνες», μέχρι και «Μακεδόνες» και η γλώσσα τους ως «σλάβικη γλώσσα». Αυτός όμως ο διαχωρισμός δεν ήταν σταθερός. Πολύ συχνά, εθνικά Μακεδόνες, μέλη της Πατριαρχείας ή της Εξαρχείας, περνούσαν από τη μια πλευρά στην άλλη, αλλά και λόγω της λανθασμένης συχνά εικόνας που είχε η ελληνική προπαγάνδα για την εθνολογική εικόνα της Μακεδονίας.
Ότι ο κατασκευασμένος με τον τρόπο αυτόν ελληνικός εθνικισμός εξυπηρετούσε μόνο την ικανοποίηση των ελληνικών εθνικών φιλοδοξιών ως προς τη Μακεδονία και τους Μακεδόνες την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ότι αυτό βρισκόταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, δείχνουν και τα παρακάτω παραδείγματα:
Από έκθεση του Έλληνα προξένου στη Μπίτολα, έγινε γνωστό ότι το 1907, στο χωριό της περιοχής, το Скочивир-Σκότσσιβιρ, ο πρόξενος της Ρωσίας ζήτησε από έναν χωρικό να μιλήσει στα ελληνικά, αλλά εκείνος του απάντησε ότι δεν ομιλεί ούτε τα ελληνικά, ούτε τα βουλγάρικα και ότι η δική του γλώσσα είναι η μακεδόνικη, διαφορετική από αυτήν της Βουλγαρίας (Καλοστύπης, 1991:69). Το ίδιο συνέβει και σε συνομιλία Μακεδόνα χωρικού με τον Άγγλο δημοσιογράφο Άλεν Άπουορντ (Allen Upward), στο χωριό Владово, Воденско – Βλάντοβο Βόντενσκο (Άγρας Έδεσσας): «τον ρώτησα τί γλώσσα μιλάει και ο Έλληνας μεταφραστής μου απάντησε αδιάφορα ,,βουλγάρικα,,. Ο χωρικός όμως είχε απαντήσει ,,μακεντόνσκι,, και εγώ είχα δώσει σημασία στη λέξη αυτή. Ο χωρικός επίσης μου εξήγησε ότι δεν θεωρεί τη γλώσσα του βουλγάρικη. Δεν λέγεται βουλγάρικη η γλώσσα μου. Μακεδόνικη (μακεντόνσκι) λέγεται, απάντησε σε σχετική ερώτηση ο χωρικός από το Βλάντοβο (Upward, 1908:204, 205).
Ενδιαφέρουσες πληροφορίες προσφέρει και η ελληνική εφημερίδα της εποχής εκείνης, Σκριπ. Σε φύλλο της, στις 8 Ιουλίου 1905, είχε δημοσιευτεί είδηση «συναγερμός», ότι «μακεδόνικη γραμματική θα χρησιμοποιήται πλέον στα βουλγάρικα σχολεία της Μακεδονίας», ονομάζοντας βέβαια βουλγάρικα τα εξαρχικά σχολεία.
Παρακάτω αναφέρει: « … Πριν λίγους μήνες, στη Μπίτολα και τη Φλώρινα, συστάθηκε μια επιτροπή από πλευράς της Μακεδόνικης Οργάνωσης, η οποία έχει καθήκον να δημιουργήσει σύγχρονη μακεδόνικη γραμματική. Η επιτροπή αποτελείται από εφτά καθηγητές γλωσσολογίας και ως βάση αυτής της γραμματικής θα ληφθεί η διάλεκτος που ομιλείται στο βίλαετ της Μπίτολα (το βίλαετ αυτό περιλάμβανε τις περιοχές Μπίτολα, Πρίλεπ, Ρέσεν, Λέριν, Κόστουρ, Σόροβιτςς). Ήδη έχει ανακυρηχθεί από πλευράς της επιτροπής ως μακεδόνικη γλώσσα (δηλαδή τα περι κατασκευάσματος του Τίτο, ανατρέπονται καθέτως).
Οι δάσκαλοι των σχολείων στη Μακεδονία έχουν λάβει εντολή να διδάσκουν αυτή τη γλώσσα, αντί της βουλγάρικης ή της σέρβικης. Σύντομα θα εκτυπωθούν σχολικά και άλλα βιβλία και έπειτα η Οργάνωση σκέφτεται να απαγορέψει την χρήση της βουλγάρικης και της σέρβικης γλώσσας» (Σκριπ, 1905:1).
= = = =
Αναδημοσίευση από την μηνιαία εφημερίδα NOVA ZORA, Φύλλο Νο. 17, Νομέμβριος 2011. http://novazora.gr/arhivi/4054
«Γιατί γράφετε ψέματα; Γιατί δεν λέτε την αλήθεια; Είστε πράκτορες, έχετε αφεντικά που σας πληρώνουν, είστε ανθέλληνες… Πείτε επιτέλους την αλήθεια…». Τις ερωτήσεις και τις προτάσεις αυτές σε οργισμένο ύφος διατυπώνουν συχνά ορισμένοι αναγνώστες για άρθρα και θέσεις τού περιοδικού μας, με τα οποία εκείνοι διαφωνούν.
Οι μπάτσοι ρίχνουν ξύλο και χημικά στις πλατείες σε όποιον δεν γουστάρουν, οι βολεμένοι διαδηλώνουν καθημερινά στις λεωφόρους, οι νονοί τής νύχτας ψωμιάδηδες, κούγιες και σαραλιώτηδες αλωνίζουν ελεύθεροι, τα καρτέλ των τσιφλικάδων και των πλουσίων υποκαθιστούν την εξουσία, οι μάζες μιλούν για κατοχή, οι εθνικιστές φωνάζουν για προδότες, η Εκκλησία διατυμπανίζει
καθημερινάγια το δήθεν φιλανθρωπικό της έργο και τα δήθεν υπερβάλλοντα έξοδά της σε εσωτερικό και Ευρώπη για να μη φορολογηθεί, συμμορίες ληστών σκοτώνουν και ληστεύουν καθημερινά ακόμα και μέσα στα σπίτια, οι καταλήψεις στα υπουργεία, σχολεία και πανεπιστήμια συνεχίζονται, κάποιοι κυκλοφορούν με όπλα, η κυβέρνηση -αν και καταρρέει- καθημερινά βάζει νέα μέτρα, νέα χαράτσια. Αυτά είναι μερικά, από τα οποία αποτελείται η καθημερινότητά μας πλέον.
Γιατί και πώς φτάσαμε ως εδώ; Μήπως φταίμε εμείς οι ίδιοι; Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι: Η χώρα, στην οποία ζούμε, είναι από τη βάση της το μεγαλύτερο ψέμα στη σύγχρονη ιστορία. Η χώρα μας καπηλεύτηκε την ονομασία ενός άλλου λαού, αυτού των ελλήνων. Χοντρά και σχιζοφρενικά ψέματα, όπως: «Το Βυζάντιο είναι συνέχεια τής αρχαίας Ελλάδας», «το 1821 έγινε η παλιγγενεσία των ελλήνων», «οι αρβανίτες, οι βλάχοι, οι κρήτες, οι πόντιοι και οι λοιποί βαλκάνιοι άποικοι τής χώρας μας είναι γηγενείς και μάλιστα είναι γονιδιακοί απόγονοι των αρχαίων ελλήνων»,
«είμαστε έλληνες και χριστιανοί ορθόδοξοι και η μετάβαση αυτή έγινε φυσικά και με αγάπη»…
Και η αλήθεια; Έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, έτσι απλά. Κατ΄ αυτό τον τρόπο ο καθένας εδραιώνει μία δική του «αλήθεια», που τον βολεύει και τον εξυπηρετεί και μάλιστα τη θεωρεί δεδομένη, τεκμηριωμένη και αδιαμφισβήτητη, όποιος δε διαφωνήσει με την «αλήθεια» του, ουαί κι αλίμονο, μαύρο φίδι που τον έφαγε: «Είμαστε οι απόγονοι των τιμημένων ελλήνων, είμαστε ο νέος περιούσιος λαός, ρέει ιχώρ στο αίμα μας, οι άλλοι λαοί είναι απόγονοί μας,
ερχόμαστε κατ΄ευθείαν από Περικλή, Λεωνίδα και Πλάτωνα…». Ψέματα και φαντασιώσεις, ουσιαστικά είμαστε πρώτοι σε πολιτικο-κοινωνικο-οικονομική χρεωκοπία και διαφθορά και τελευταίοι σε όλα… (Διαβάστε στην "Ελεύθερη Έρευνα":
ουσιαστικά μεταμφιέζεται, μεταλλάσσεται, αναμασάται… Οι εποχές όμως, αλλάζουν και φυσικά δεν είμαστε έτοιμοι στη μετάβαση αυτή, μάς λείπει η ταυτότητα, είμαστε οι πραγματικοί λαθρομετανάστες τής Ευρώπης, εμείς οι δήθεν έλληνες...
και πολιτικά συμφέροντα των αφεντικών του, ότι έχει σπονσοναριστεί από κάποια πολυεθνική εταιρεία (κυρίως φαρμακευτική, με σκοπό να προωθήσει τα δικά της, αλλά και δικά του συμφέροντα), ότι έχει ορκιστεί σε κάποια μασονική στοά ή σε χριστιανική αρχιεπισκοπή με σκοπό να εξυπηρετήσει τα δικά τους και πάλι δικά του συμφέροντα και πάει λέγοντας. Κι όλοι τον στηρίζουν, τον ψηφίζουν. Ραγιαδιασμός και υποτέλεια…
Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουν, ότι οι επιφανείς παπάδες, που προάγονται σε αρχιμανδρίτες ή κάτι ανώτερο, είναι βουτηγμένοι σε κρυφά ερωτικά, πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα ή παραμένουν φανατικοί σε βλακώδεις δεισιδαιμονίες. Η απάντηση τού πλήθους: «Δεν φταίει η θρησκεία, οι παπάδες φταίνε…».
Βλέπουμε δικαστές να δικάζουν πταίσματα ή αθώους και να αθωώνουν ολόκληρες συμμορίες, εγκληματίες, βιαστές παιδιών, απατεώνες προέδρους ομάδων, κλέφτες τού δημοσίου και άλλους εγκληματίες τού κοινού ποινικού δικαίου, να αθωώνονται και να κομπάζουν με μαγκιά σε κανάλια και εκπομπές.
Βλέπουμε ψώνια και μοντέλα τής τηλεόρασης να πουλούν τηλεοπτική γκλαμουριά και τους λατρεύουμε σαν μεγάλους σταρς, οι σταρς τής Ρωμιοσύνης…
Βλέπουμε οι περισσότεροι τους εαυτούς μας στον καθρέπτη και μάς έρχεται αηδία για τα όσα κάνουμε σε καθημερινή βάση, αν και μας αρέσει υποκριτικά να το κρύβουμε όταν ερωτηθούμε. «Εγώ, είμαι ο καλύτερος, οι άλλοι φταίνε… οι ξένοι, οι σιωνιστές, οι εξωγήινοι, οι γείτονες, οι πολιτικοί, οι δεξιοί, οι πασόκοι, οι γάβροι, τα χανούμια…». Όπως ο Καραγκιόζης, που δεν βλέπει ποτέ τη δική του καμπούρα, παρά σατυρίζει τις καμπούρες των άλλων…
Η νεολαία, η τελευταία ελπίδα τού τόπου. Νεολαία, που έχει υποστεί επί χρόνια την πλύση εγκεφάλου από την παράδοση κι από το εκπαιδευτικό σύστημα τής Ρωμιοσύνης. Νεολαία εξαρτημένη οικονομικά, μπλεγμένη με κομποσχοίνια, σταυρουδάκια, εθνικισμό, ναρκωτικά, αλκοόλ, παχυσαρκία, αγυμνασία, κόμματα, ομάδες, αποτελεί την πεθαμένη ελπίδα αυτού του τόπου. Νεολαία άρρωστη και υποτονική… 
Τα σκουριασμένα δεκανίκια τής δήθεν ελληνικότητας και τής ορθοδοξίας δεν μάς κρατούν άλλο. Σάπισαν και σωριάζονται στο έδαφος, μαζί τους πέφτουμε κι εμείς, οι κουτσοί
ραγιάδες βαλκάνιοι ψεύτες τού γενάρχη μας Καραγκιόζη και των λοιπών μεσαιωνικών αντιηρώων… 

Δεν κρύβω ότι χάρηκα πάρα πολύ για τις επιτυχίες της εθνικής ομάδας μπάσκετ της Μακεδονίας στο πρόσφατο Ευρωπαικό Πρωτάθλημα της Λιθουανίας. Δεν είναι και λίγο πράγμα για μια μικρή χώρα 2 εκατομμυρίων κατοίκων να νικά μεγαθήρια του αθλήματος όπως η Λιθουανία, η Κροατία αλλά και η Ελλάδα και να χάνει για ένα σουτ το χάλκινο μετάλλιο από τον αθλητικό (και όχι μόνο) κολοσσό που λέγεται Ρωσία. Οι Μακεδόνες έδωσαν ένα μοναδικό μάθημα σε όλους τους αντιπάλους τους αλλά και παγκοσμίως για το τι σημαίνει ομάδα και πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις αν είσαι τέτοια, ακόμα και αν δεν έχεις αστέρια του NBA στις τάξεις σου. Είναι πολύ πιθανό, μάλιστα, να τους δούμε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου του χρόνου, κάτι που θα αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία του μακεδονικού αθλητισμού σε συλλογικό επίπεδο, τουλάχιστον από την ανεξαρτησία της χώρας το 1991 έως σήμερα.